Tο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκρινε κατά πλειοψηφία αντισυνταγματικές τις αλλαγές στα Θρησκευτικά που διδάσκονται στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. Μία μερίδα των ανώτατων λειτουργών της δικαιοσύνης ερμηνεύουν το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αποδίδοντας τις ερμηνείες που διασφαλίζουν την ελευθερία και το δικαίωμα διαμόρφωσης κρίσης.
Την απόφαση του ΣτΕ κρίνουν πανεπιστημιακοί καθηγητές Θεολογίας και συνταγματολόγοι. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτών, αλλά και της μειοψηφίας του ΣτΕ, το Σύνταγμα και οι διεθνείς συμβάσεις ουδόλως υποχρεώνουν τον νομοθέτη να προσδώσει στο μάθημα των θρησκευτικών ομολογιακό ή κατηχητικό χαρακτήρα, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε όχι με «ανάπτυξη» θρησκευτικής συνείδησης με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά με «επιβολή» θρησκευτικής συνείδησης συγκεκριμένου περιεχομένου, όπερ αντίκειται στις αρχές της θρησκευτικής ουδετερότητας και της πολυφωνίας που διέπουν την παροχή της εκπαίδευσης από το Κράτος και θέτει σε κίνδυνο το δικαίωμα του μαθητή να επιλέξει και να διαμορφώσει κριτικά ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητάς του και της αντίληψής του για τον κόσμο και τον άνθρωπο.