Breaking News

Η Τουρκία ΔΕΝ μπορεί να νικήσει σε πόλεμο έναντι συγκροτημένου αντιπάλου…


Η θέση της Τουρκίας μεταξύ Ευρώπης και Ασίας παρουσιάζει πολλές προκλήσεις ασφαλείας. Η Τουρκία όμως αντιμετωπίζει και πολλές εσωτερικές προκλήσεις ασφαλείας με πρώτη αυτή του ΡΚΚ. Και όσο βαθύτερα εμπλέκεται η Τουρκία στην Συρία τόσο φτάνει πιο κοντά σε μια εμπλοκή με το Ιράν ή τους συμμάχους του.

ΠΗΓΗ: GEOPOLITICAL FUTURES

Θεωρητικά η Τουρκία διαθέτει πολύ ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, τις δεύτερες μεγαλύτερες στο ΝΑΤΟ – πάνω από 1,2 εκατομμύρια άτομα. Οι αριθμοί όμως από μόνοι τους δεν λένε την αλήθεια. Οι ένοπλες δυνάμεις έχουν διαδραματίσει μοναδικό ρόλο στην τουρκική πολιτική, αλλά αυτό άλλαξε μετά το πραξικόπημα του 2016.

Στρατιωτικοί και πολιτικοί

Η Τουρκία αναμένεται να αναδειχθεί σε ισχυρή περιφερειακή δύναμη τα επόμενα έτη και η ισχύς των ενόπλων της δυνάμεων θα καθορίσουν τον βαθμό που η χώρα θα μπορεί να προβάλει στην ισχύ της στη Μέση Ανατολή και αλλού.

Μετά το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Οθωμανική αυτοκρατορία έχασε το στρατηγικό της βάθος. Ο Κεμάλ για να διασώσει όσα εδάφη απέμειναν στην Τουρκία την μετέτρεψε σε κοσμικό κράτος. Το Ισλάμ συνέχισε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο αλλά σε ατομικό, όχι κυβερνητικό επίπεδο.



Το κοσμικό στοιχείο αποτέλεσε το χαρακτηριστικό του νέου κράτους. Παράλληλα αναβαθμίστηκε ο ρόλος του στρατού. Σε αρκετές περιπτώσεις ο στρατός επενέβη και εκκαθάρισε πολιτικούς που απειλούσαν τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αποτέλεσε κομβικό σημείο για τις σχέσεις πολιτείας-στρατού. Οι κυβερνήσεις σταδιακά αύξησαν τον έλεγχό τους στον στρατό και προώθησαν τη δημιουργία εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, μετά την εισβολή στην Κύπρο, το 1974 και το αμερικανικό εμπάργκο.

Όμως η Τουρκία ήταν σημαντικός εταίρος του ΝΑΤΟ στον Ψυχρό Πόλεμο. Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ τα αμερικανικά συμφέροντα μεταβλήθηκαν και η Τουρκία βρέθηκε περικυκλωμένη σε μια ασταθή Μέση Ανατολή.





Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι πολιτικοί κέρδισαν περισσότερο έλεγχο έναντι του στρατού ελέγχοντας και τον αμυντικό προϋπολογισμό. Ένας από τους λόγους που οι στρατιωτικοί το επέτρεψαν ήταν και η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Ωστόσο, ειδικά μετά την άνοδο στην εξουσία του Ερντογάν αύξηση τον έλεγχό της στον στρατό και επέτρεψε στο Ισλάμ να παίξει σημαντικότερο ρόλο στον δημόσιο βίο.

Οι μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη το 2006 και 2010 επέτρεψαν ώστε οι στρατιωτικοί να δικάζονται και από πολιτικά δικαστήρια. Το 2007 ο Ερντογάν εκκαθάρισε ανώτατους αξιωματικούς που μπορούσαν να αποτελέσουν εμπόδιο στον δρόμο του. Ήταν η κατάληξη της υπόθεσης «Βαριά». Έως το 2012 οι μισοί ναύαρχοι και το 10% των στρατηγών είχαν αποστρατευτεί.

Το πραξικόπημα

Η απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 απέτυχε και η επιρροή του στρατού μειώθηκε ακόμα περισσότερο. Ακολούθησαν μαζικές διώξεις στρατιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων. Τον Σεπτέμβριο του 2016 είχαν εκδιωχθεί από το στράτευμα 7.500 στρατιωτικοί, εκ των οποίων οι 4.200 αξιωματικοί.

Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε στις 25.000 στρατιωτικούς. Έτσι υπήρξε μείωση 5% στο προσωπικό των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, ενώ στο σώμα των αξιωματικών η μείωση ήταν της τάξης του 8%. Από δε τους εκδιωχθέντες και συλληφθέντες οι 150 ήταν στρατηγοί, ναύαρχοι και πτέραρχοι.



Οι εκδιωχθέντες αντικαταστάθηκαν από κατώτερους αξιωματικούς πολλοί εκ των οποίων έχουν σχέση με το κυβερνόν ΑΚΡ. Επίσης, η τουρκική Αεροπορία έχασε 265 από τους 400 πιλότους της με αποτέλεσμα ο λόγος πιλότου προς αεροσκάφος να πέσει από το 2 στο 0,8. Και οι πιλότοι δεν είναι εύκολο να εκπαιδευτούν.

Ο Ερντογάν εκμεταλλεύθηκε το πραξικόπημα για να μεταβάλει την αλυσίδα διοίκησης των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και για να κερδίσει επιπλέον εξουσίες ως πρόεδρος. Η ηγεσία του γενικού επιτελείου επιλέγεται πλέον από τον πρόεδρο και η ηγεσία των τριών κλάδων είναι πλέον υπόλογη στο υπουργείο Άμυνας.


Ένα πρόβλημα είναι ότι οι τουρκικές δυνάμεις επανδρώνονται κυρίως από κληρωτούς. Σε ηλικία 20 ετών όλοι οι άνδρες είναι υπόχρεοι στρατιωτικής θητείας 12 μηνών και παραμένουν στην εφεδρεία έως τα 41 τους χρόνια.



Ωστόσο η μειωμένης διάρκειας στρατιωτική θητεία δεν εξασφαλίζει καλά εκπαιδευμένους στρατιώτες ικανούς να συμμετάσχουν, ειδικά, σε επιθετικές επιχειρήσεις. Και αν η Τουρκία θέλει να κερδίσει περιφερειακά οι επιθετικές επιχειρήσεις είναι απαραίτητα τα επόμενα έτη.

Η Τουρκία πρέπει κοιτάξει πέραν των συνόρων της για να κατοχυρώσει την ασφάλειά της. Η κουρδική απειλή στη Συρία παραμένει και το Ιράν έχει επεκτείνει την επιρροή του εκεί. Η Τουρκία κατά συνέπεια θα υποχρεωθεί να εμπλακεί όλο και περισσότερο εκεί από ότι στο παρελθόν. Ίσως λοιπόν χρειαστεί η επέκταση του χρόνου της στρατιωτικής θητείας ή η δημιουργία μιας εθελοντικής δύναμης.

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα η Τουρκία ανέλαβε την επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» στην Συρία. Η επιχείρηση εκτελέστηκε με πολλά προβλήματα. Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να κυριευθεί η πόλη του αλ Μπαμπ και δεν εξασφαλίστηκαν άλλες περιοχές. Αυτό συνέβη και λόγο της αμερικανικής υποστήριξης προς τους Κούρδους στη Μανμπίζ.

Παρόλα αυτά η Τουρκία κατάφερε να δημιουργήσει μια σφήνα μεταξύ των κουρδικών περιοχών του Αφρίν και του Μανμπίζ, αποτρέποντας την συνένωσή τους. Επίσης η επιχείρηση κατέδειξε ότι τον έλεγχο είχε ο Ερντογάν και είχε ως δευτερεύοντα στόχο να αποδείξει πως παρά τις διώξεις ο τουρκικός στρατός μπορούσε να πολεμήσει.

Στις αρχές του 2018 οι τουρκικές δυνάμεις εκτόξευσαν και δεύτερη επίθεση στην Συρία (επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας»). Η αεροπορική ισχύς διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο. Συμμετείχαν 72 τουρκικά αεροσκάφη που έπληξαν 108 στόχους και αυτό παρά τις διώξεις στο σώμα των πιλότων.

Ναι μεν αλλά…

Η τουρκικές επεμβάσεις στην Συρία αποτελούν τις πρώτες μεγάλες επιχειρήσεις εκτός συνόρων από το 1974. Οι διώξεις αξιωματικών χωρίς αμφιβολία επηρέασαν τις ικανότητες των ενόπλων δυνάμεων. Όμως αποδείχθηκε ότι η Τουρκία διαθέτει ακόμα σοβαρή ισχύ. Το Αφρίν έπεσε εντός δύο μηνών, ενώ η επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» διήρκεσε συνολικά επτά μήνες, γεγονός που υποδηλώνει πως στο μεσοδιάστημα υπήρξε βελτίωση.

Βέβαια οι εν λόγω επιχειρήσεις διεξήχθησαν σε περιορισμένο χώρο εναντίον ενός πολύ υποδεέστερου αντιπάλου και υποστηρίχθηκαν από τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό. Και το γεγονός ότι η Τουρκία νίκησε την δυνάμεως 8-10.000 ατόμων πολιτοφυλακή του YPG στην Συρία σε δύο μήνες στο Αφρίν ΔΕΝ σημαίνει ότι είναι ικανή να νικήσει μια δύναμη με σοβαρές επίγειες, θαλάσσιες και εναέριες δυνάμεις, αν εμπλακεί σε πόλεμο. Τυχόν πολεμική της εμπλοκή, για παράδειγμα, με το Ιράν στη Συρία θα αποτελούσε σοβαρή δοκιμασία.



Επιπλέον οι Τούρκοι κληρωτοί δεν είναι ικανοί για επιθετικές επιχειρήσεις και η σκληρά χτυπημένη από το κύμα διώξεων Αεροπορία της μάλλον επιδιώκει την εκπαίδευση των πιλότων της σε πραγματικές συνθήκες μάχης, αλλά περιορισμένου κινδύνου.

Πάντως το αποτυχημένο πραξικόπημα απάντησε στο ερώτημα ποιος ελέγχει την Τουρκία, η κυβέρνηση ή ο στρατός. Ο στρατός δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει αυτόνομα και η τουρκική ηγεσία μπορεί να μεγεθύνει τον ρόλο του Ισλάμ στη χώρα, ώστε η Άγκυρα να μπορεί να εμφανίζεται ως η ηγέτιδα δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου.

Παρά τις τωρινές αδυναμίες, η αναδημιουργία των σχέσεων πολιτικών-στρατιωτικών στην Τουρκία αποτελεί κρίσιμο βήμα στην πορεία ανάδειξής της σε περιφερειακή δύναμη. Η Τουρκία κοιτά πλέον πέραν των συνόρων της χωρίς να έχει το ένα χέρι δεμένο σε μια περιοχή όπου κυριαρχεί το χάος και δύο ιστορικούς αντιπάλους, την Ελλάδα και τη Ρωσία στο κατώφλι της.

ΠΗΓΗ hellas-now

Δεν υπάρχουν σχόλια

Αφήστε το σχόλιό σας ή κάνετε την αρχή σε μία συζήτηση